κακαγορία Save κακαγορία, evil talk Bailly 2024 Grieks Nederlands Slater Pindar κακαγορία, v. κακηγορία. κακαγορία -ας, ἡ Dor. voor κακηγορία. κᾰκᾱγορία 1evil talk ἐμὲ δὲ χρεὼν φεύγειν δάκος ἀδινὸν κακαγοριᾶν P. 2.53