καίω
καίω, καίω/κάω, kindle; set on fire, burn
- I kindle, πυρὰ πολλά Il. 9.77; πῦρ κείαντες Od. 9.231; πῦρ κῆαι 15.97, etc.:—Med., πῦρ κείαντο they lighted them a fire, Il. 9.88, cf. 234, Od. 16.2:—Pass., to be lighted, burn, πυραὶ νεκύων καίοντο Il. 1.52; θεείου καιομένοιο 8.135; καιομένοιο πυρός 19.376, cf. Hdt. 1.86, Ar. V. 1372, etc.; φῶς πυρὸς καόμενον Pl. R. 514b; αἱ φλόγες αἱ καιόμεναι . . περὶ τὸν οὐρανόν the meteors which blaze, Arist. Mete. 341b2; of ore, to be smelted, Id. HA 552b10.
- II set on fire, burn, μηρία, ὀστέα, Od. 9.553, Hes. Th. 557; νεκρούς Il. 21.343; δένδρεα ib. 338:—Pass., νηυσὶν καιομένῃσιν 9.602.
- 2 make hot, of the sun, ἀνθρώπους Hdt. 3.104: abs., ibid., Pl. Cra. 413b; [χείμαρρος] ἠελίῳ κεκαυμένος smelted, AP 9.277 (Antiphil.).
- 3 of extreme cold, ἡ χιὼν καίει τῶν κυνῶν τὰς ῥῖνας X. Cyn. 8.2, cf. 6.26 (Pass.); κάειν λέγεται . . τὸ ψυχρόν, οὐχ ὡς τὸ θερμόν Arist. Mete. 382b8.
- 4 Pass., of fever-heat, τὰ ἐντὸς ἐκάετο Th. 2.49: metaph., of passion, esp. of love, to be on fire, ἐν φρασὶ καιομένα Pi. P. 4.219; κάομαι τὴν καρδίαν Ar. Lys. 9; ἔρως . . ὕβρει καόμενος Pl. Lg. 783a; καίεσθαί τινος (sc. ἔρωτι) Hermesian. 7.37, Charito 4.6, cf. Parth. 14.2; also καομένη Ἑλλάς Greece being in a fever of excitement, Lys. 33.7.
- 5 suffer from inflammation, ἐκαύθη ἔσω Hp. Epid. 4.20, cf. 4.
- III burn and destroy (in war), τέμνειν καὶ κ., κ. καὶ πορθεῖν, waste with fire and sword, X. HG 4.2.15, 6.5.27.
- IV of surgeons, cauterize, ὤμους Hp. Art. 11:—in Pass., Id. Aph. 6.60: abs., τέμνειν καὶ κάειν to use knife and cautery, Pl. Grg. 480c, 521e, X. An. 5.8.18, etc.: rarely reversed, κέαντες ἢ τεμόντες A. Ag. 849.
- V burn or bake pottery, κανθάρους dub. in Phryn.Com. 15.
brennen, anbrennen, anzünden, πυρὰ πολλά Il. 9.76, öfter ; aor. I. med. für sich anbrennen, a.a.O.; gew. verbrennen, δένδρεα 21.337, νεκρούς 21.343 ; μηρίʼ ἔκαιον, beim Opfer, Od. 9.553, wie καίουσʼ ὀστέα λευκὰ θυηέντων ἐπὶ βωμῶν Hes. Th. 557 ; pass. verbrannt werden, brennen, πυραὶ νεκύων καίοντο θαμειαί Il. 1.52, φλὸξ θεείου καιομένοιο 8.135, wie σέλας καιομένοιο πυρός 19.376 ; πυρὶ καιόμενος Pind. P. 3.102, wie πυρὶ καυθεῖσα N. 10.35 ; ἱερῶν καυθέντων κατὰ νόμον Plat. Legg. VII.800b ; σβεννύναι τὸ καιόμενον πῦρ Her. 1.86 ; ἐν ἀγορᾷ τοῖς θεοῖς δὰς καίεται Ar. Vesp. 1372 ; καομένων τῶν λαμπάδων Thesm. 280 ; von einem Gießbache, κεκαυμένος ἡλίῳ, ausgetrocknet, Antiphil. 31 (IX.277). Uebertr., von der Kälte, wegen der ähnlichen Empfindung, die sie verursacht, ἡ χιὼν καίει τῶν κυνῶν τὰς ῥῖνας, er macht, daß die Nasen erfrieren, Xen. Cyn. 8.2 ; Arist. Meteor. 4.5 ἐνίοτε γὰρ καὶ κάειν λέγεται καὶ θερμαίνειν τὸ ψυχρόν, οὐχ ὡς τὸ θερμόν, ἀλλὰ τῷ συνάγειν καὶ ἀντιπεριϊστάναι τὸ θερμόν. Von Fieberhitze, Hippocr. – Sehr gew. ist die Vrbdg τέμνειν καὶ καίειν, als die beiden Haupttätigkeiten der alten Aerzte, die sie bei Verwundungen anwandten ; auch übertr. gebraucht, Plat. Gorg. 480c, 521a, Polit. 293b ; κέαντες ἢ τεμόντες πειρασόμεσθα πῆμʼ ἀποτρέψαι νόσου Aesch. Ag. 823 ; οἱ ἰατροὶ τέμνουσι καὶ καίουσιν ἐπʼ ἀγαθῷ Xen. An. 5.8.18 ; Mem. 1.2.54 ; Sp.
Uebertr. von Leidenschaften, wie Zorn, κάομαι τὴν καρδίαν Ar. Lys. 9 ; bes. von Liebe, ἐν φρεσὶ καιομέναν Pind. P. 4.219 ; πόθος ἔκαυσέ με ἑταίρης Ep.adesp. 11 (XII.90); καίεσθαί τινος, von Liebe zu Einem entflammt sein, Hermesian. bei Ath. XIII.598a.
(καϝ-, κηϝ-, καυ-).
Aor. ἔκηα (ἔκηϝα) Il. 1.40, Il. 8.240.
3 sing. ἔκηε Il. 22.170, Il. 24.34. κῆε Il. 21.349: Od. 3.273, Od. 4.764, Od. 17.241, Od. 19.366.
3 pl. ἔκηαν Od. 22.336.
1 pl. subj. κήομεν Il. 7.377, 396.
3 sing. opt. κήαι Il. 21.336.
3 pl. κήαιεν Il. 24.38.
Imp. κῆον Od. 21.176.
Nom. pl. masc. pple. κήαντες Od. 9.231, Od. 13.26.
Infin. κῆαι Od. 15.97.
3 pl. aor. mid. κήαντο Il. 9.88.
Pple. κηάμενος, -ου Il. 9.234: Od. 16.2, Od. 23.51.
3 sing. aor. pass. (ἐ)κάη Il. 1.464, Il. 2.427, Il. 9.212: Od. 3.461, Od. 12.13, 364.
Infin. καήμεναι Il. 23.198, 210. (ἀνα-, κατα-.)
- 1
To set on fire, kindle; in pass., to burn, blaze: ὁπότʼ ἂν Τροίη πυρὶ δάηται καιομένη, καίωσι δὲ υἷες Ἀχαιῶν Il. 20.317=Il. 21.376. Cf. Od. 8.135, Il. 9.602, Il. 11.554=Il. 17.663, Il. 15.600, Il. 20.491, Il. 21.350, 351: Od. 9.390.
- 2
To light (a fire); in pass., of a fire, to burn, blaze: πυραὶ νεκύων καίοντο Il. 1.52. Cf. Od. 8.509, 521, 554, 561, 562, Il. 9.77, Il. 10.12, Il. 19.376: πῦρ κήαντες Od. 9.231. Cf. Od. 5.59, Od. 15.97, Od. 21.176.
In mid.: πῦρ κήαντο Il. 9.88. Cf. Il. 9.234: πῦρ κηάμενος (having caused it to be lighted) Od. 23.51. Cf. Od. 16.2.
In pass., of a fire, to light, begin to burn: οὐδὲ πυρὴ ἐκαίετο Il. 23.192. Cf. Il. 23.198, 210.
With κατά, in pass., of a fire, to burn itself out: ἐπεὶ κατὰ πῦρ ἐκάη Il. 9.212.
- 3
To burn, consume with fire: νεκρούς Il. 7.377= 396, Il. 21.343, 349. Cf. Il. 14.397, Il. 21.336, 338, Il. 23.222, 224, 242, Il. 24.38: Od. 12.13, Od. 24.67, 69.
Fig.: καίετο δ᾽ ἲς ποταμοῖο (was mastered by the fire) Il. 21.356.
Sim.: φῆ πυρὶ καιόμενος Il. 21.361.
- 4
To burn (a sacrifice), offer (it) by burning: μηρία Il. 1.40, Od. 8.240, Il. 11.773, Il. 15.373, Il. 22.170, Il. 24.34, καῖεν ἐπὶ σχίζῃς Il. 1.462. Cf. Il. 1.464=Il. 2.427: Od. 3.9, 273, 461=Od. 12.364, Od. 3.459, Od. 4.764, Od. 9.553, Od. 13.26, Od. 17.241, Od. 19.366, 397, Od. 22.336.
- 1
- 1burn
- a trans., pass. ὦρσεν πυρὶ καιόμενος ἐκ Δαναῶν γόον (sc. Ἀχιλλεύς) P. 3.102 γαίᾳ δὲ καυθείσᾳ πυρὶ καρπὸς ἐλαίας ἔμολεν Ἥρας τὸν εὐάνορα λαὸν ἐν ἀγγέων ἕρκεσιν παμποικίλοις in earthenware jars N. 10.35
- b intrans., med. καιομένα δʼ αὐτῷ διέφαινε πυρά P. 3.44 καιομένοιο πυρός P. 4.225 ἅμα δʼ ἐκαίοντʼ ἐρῆμοι (sc. Ἀφαρητίδαι, killed by Zeusʼ thunderbolt: δὲ κέοντʼ codd., corr. Boeckh) N. 10.72 met., of passion, αὐτὰν ἐν φρασὶ καιομέναν sc. Μήδειαν P. 4.219
Strong 2545
1. to kindle, light: c. acc., λύχνον, Mt 5:15; pass., to be lighted, to burn: ptcp., Lk 12:35, Re 4:5 8:10 19:20; πυρί, He 12:18, Re 8:8 21:8; metaph., Lk 24:32, Jo 5:35.
2. to burn, destroy by fire: pass., Jo 15:6, I Co 13:3.†
1
1.a
ταῦτα καύσας ποίει (τὸ μελάνιον) καὶ γράφε
tras quemar esto, haz la tinta y escribe
πεντεδάκτυλον βοτάνην καὶ ἀρτεμισίαν καύσας ἁγνῶς λειοτρίβησον καὶ χρῶ
tras quemar sagradamente cincoenrama y artemisa, machácalo y úsalo
μέλαν· μίλτου καὶ ζμύρνης κεκαυμένης καὶ ὠμῆς χυλὸς ἀρτεμισίας
tinta: con minio, mirra quemada y jugo de artemisa cruda
λαβὼν βοτάνην χελκβει καὶ βούγλωσσον ὕλισον καὶ τὰ ἐκπιάσματα καῦσον
toma chelkbei y buglosa, májalos y quema el líquido que resulte
2
2.a
κάε δὲ αὐτῷ λύχνον ἀμίλτωτον
enciende en su honor una lámpara no pintada de rojo
καιέσθω σησαμίνῳ ἐλαίῳ τὸ λύχνον
la lámpara ha de encenderse con aceite de sésamo
- Ito light, kindle, πυρὰ πολλά Il.; πῦρ κῆαι Od.; Mid., πῦρ κήαντο they lighted them a fire, Hom.:—Pass. to be lighted, to burn, Il., Hdt., etc.
- IIto set on fire, burn up, burn, Hom.
- 2to burn, scorch, of the sun, Hdt.:—also of extreme cold (as Virg. penetrabile frigus adurit), Xen.
- 3Pass., of fever-heat, to be burnt or parched up, Thuc.: metaph. of passion, Pind., etc.
- IIIto burn and destroy (in war), τέμνειν καὶ κ., κ. καὶ πορθεῖν to waste with fire and sword, Xen.
- IVof surgeons, to cauterise, τέμνειν καὶ κάειν to use knife and cautery, Plat., Xen.
-
…πολεμίων, ἐπιστάμενοι δὲ τὴν μὲν πόλιν ἠρημωμένην, τὴν δὲ χώραν πορθουμένην καὶ μεστὴν τῶν βαρβάρων, ἱερῶν δὲ καιομένων, ἁπάντων δʼ ἐγγὺς ὄντων τῶν δεινῶν, ἀκούοντες δʼ ἐν ταὐτῷ συμμεμειγμένου Ἑλληνικοῦ καὶ βαρβαρικοῦ παιῶνος, παρακελευσμοῦ δʼ…
Lysias, Speeches
-
…ἑταῖροι μήλων δαιομένων δόσαν ἔξοχα · τὸν δʼ ἐπὶ θινὶ Ζηνὶ κελαινεφέι Κρονίδῃ, ὃς πᾶσιν ἀνάσσει, ῥέξας μηρίʼ ἔκαιον · ὁ δʼ οὐκ ἐμπάζετο ἱρῶν, ἀλλʼ ὅ γε μερμήριξεν ὅπως ἀπολοίατο πᾶσαι νῆες ἐύσσελμοι καὶ ἐμοὶ ἐρίηρες ἑταῖροι…
Homer, Odyssey
-
…δίκην φαιδρᾶς σελήνης, πρὸς Κιθαιρῶνος λέπας ἤγειρεν ἄλλην ἐκδοχὴν πομποῦ πυρός. φάος δὲ τηλέπομπον οὐκ ἠναίνετο φρουρὰ πλέον καίουσα τῶν εἰρημένων · λίμνην δʼ ὑπὲρ Γοργῶπιν ἔσκηψεν φάος · ὄρος τʼ ἐπʼ Αἰγίπλαγκτον ἐξικνούμενον ὤτρυνε θεσμὸν μὴ χρονίζεσθαι πυρός…
Aeschylus, Agamemnon
-
…τʼ ἄνθρωποι · ὀκτωκαιδεκάτῃ δʼ ἔδομεν πυρί, πολλὰ δέ σʼ ἀμφὶ μῆλα κατεκτάνομεν μάλα πίονα καὶ ἕλικας βοῦς. καίεο δʼ ἔν τʼ ἐσθῆτι θεῶν καὶ ἀλείφατι πολλῷ καὶ μέλιτι γλυκερῷ · πολλοὶ δʼ ἥρωες Ἀχαιοὶ τεύχεσιν ἐρρώσαντο πυρὴν πέρι…
Homer, Odyssey
-
…οἶνον ἀφυσσόμενος χαμάδις χέε, δεῦε δὲ γαῖαν ψυχὴν κικλήσκων Πατροκλῆος δειλοῖο. ὡς δὲ πατὴρ οὗ παιδὸς ὀδύρεται ὀστέα καίων νυμφίου, ὅς τε θανὼν δειλοὺς ἀκάχησε τοκῆας, ὣς Ἀχιλεὺς ἑτάροιο ὀδύρετο ὀστέα καίων, ἑρπύζων παρὰ πυρκαϊὴν ἁδινὰ…
Homer, Iliad
-
…ἅρματος ὦσε · κυκήθησαν δέ οἱ ἵπποι. ὡς δʼ ἀναμαιμάει βαθέʼ ἄγκεα θεσπιδαὲς πῦρ οὔρεος ἀζαλέοιο, βαθεῖα δὲ καίεται ὕλη, πάντῃ τε κλονέων ἄνεμος φλόγα εἰλυφάζει, ὣς ὅ γε πάντῃ θῦνε σὺν ἔγχεϊ δαίμονι ἶσος κτεινομένους ἐφέπων…
Homer, Iliad
-
…δʼ ἔν τʼ ἐσθῆτι θεῶν καὶ ἀλείφατι πολλῷ καὶ μέλιτι γλυκερῷ · πολλοὶ δʼ ἥρωες Ἀχαιοὶ τεύχεσιν ἐρρώσαντο πυρὴν πέρι καιομένοιο, πεζοί θʼ ἱππῆές τε · πολὺς δʼ ὀρυμαγδὸς ὀρώρει αὐτὰρ ἐπεὶ δή σε φλὸξ ἤνυσεν Ἡφαίστοιο, ἠῶθεν δή…
Homer, Odyssey
-
…δʼ ἄρα δεινὸν ἀφῆκʼ ἀργῆτα κεραυνόν, κὰδ δὲ πρόσθʼ ἵππων Διομήδεος ἧκε χαμᾶζε · δεινὴ δὲ φλὸξ ὦρτο θεείου καιομένοιο, τὼ δʼ ἵππω δείσαντε καταπτήτην ὑπʼ ὄχεσφι · Νέστορα δʼ ἐκ χειρῶν φύγον ἡνία σιγαλόεντα, δεῖσε δʼ ὅ…
Homer, Iliad
-
…πατὴρ οὗ παιδὸς ὀδύρεται ὀστέα καίων νυμφίου, ὅς τε θανὼν δειλοὺς ἀκάχησε τοκῆας, ὣς Ἀχιλεὺς ἑτάροιο ὀδύρετο ὀστέα καίων, ἑρπύζων παρὰ πυρκαϊὴν ἁδινὰ στεναχίζων. ἦμος δʼ ἑωσφόρος εἶσι φόως ἐρέων ἐπὶ γαῖαν, ὅν τε μέτα κροκόπεπλος…
Homer, Iliad
-
…ἦ σε περὶ Ζεὺς ἀνθρώπων ἤχθηρε θεουδέα θυμὸν ἔχοντα. οὐ γάρ πώ τις τόσσα βροτῶν Διὶ τερπικεραύνῳ πίονα μηρίʼ ἔκηʼ οὐδʼ ἐξαίτους ἑκατόμβας, ὅσσα σὺ τῷ ἐδίδους, ἀρώμενος ἧος ἵκοιο γῆράς τε λιπαρὸν θρέψαιό τε φαίδιμον υἱόν ·…
Homer, Odyssey