κακαγόρος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Middle Liddell κακᾱγόρος, κακᾱγορία, Dor. for κακηγ-, Pi. O. 1.53, P. 2.53. κακαγόρος (acc. pl.) v. κακήγορος. κακαγόρος -ον Dor. voor κακηγόρος. κακαγόρος Doric for κακηγόρους, acc. pl. of κακήγορος.