κακεργάτις Save Bailly 2024 Pape κακ·εργάτις, ιδος [ᾰᾰ] adj. f. c. le suiv. Thém. 33d. κακεργάτις, ιδος, ἡ, fem. zu κακεργάτης, Themist. Or. 2 p. 33d.