καλλιπόταμος
καλλιπόταμος, of beautiful rivers
καλλῐ-πότᾰμος, ον,
- of beautiful rivers, νοτίς E. Ph. 645 (lyr.).
καλλι·πόταμος, ος, ον [ῐᾰ] qui forme un beau fleuve, Eur. Ph. 645.
Étym. κ. ποταμός.
καλλιπόταμος, mit schönen Flüssen, ὕδατος νοτίς, das schöne Flußnaß, Eur. Phoen. 648.
καλλιπόταμος
καλλι-πότᾰμος, ον
- of beautiful rivers, Eur.