καλλιούργημα
καλλιούργημα, work of art
καλλῐ-ούργημα, ατος, τό,
- work of art, Jul. Ep. 205 (pl.).
καλλιούργημα, ατος (τὸ) beau travail, chef-d’œuvre, Jul. Ep. 205.
Étym. καλλιουργέω.
καλλιούργημα, τό, das schöne Werk, Iulian. ep.