καλλιπάρῃος
καλλι·πάρῃος, ος, ον [ῐᾰ] aux belles joues, Il. 1, 143 ; Od. 15, 123, etc. ; Anth. 9, 96.
Étym. κ. παρειά.
καλλιπάρῃος, schönwangig ; Χρυσηΐς, Ἑλένη, Il. 1.143, Od. 15.123 ; παρθένος Antip.Thess. 46 (IX.96).
καλλιπάρῃος
-ον
[καλλι-, καλός + παρήϊον.]
Fair-cheeked.
Epithet of goddesses and women Il. 1.143, 184, Il. 6.298, Il. 9.665, Il. 15.87, Il. 24.607, etc.: Od. 15.123, Od. 18.321.
καλλιπάρῃος (παρειά): faircheeked.