καννάβιον Save LSJ Bailly 2024 καννάβ-ιον, τό, = sq., Ps.-Dsc. 3.148, Gp. 13.11.9. καννάβιον, ου (τὸ) [νᾰ] c. κάνναβις, Diosc. 3, 165 ; Geop. 3, 4, 12.