καπρίδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape καπρ-ίδιον, τό, Dim. of κάπρος, Ar. Fr. 506.2. καπρίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] dim. de κάπρος, Ar. fr. 421. καπρίδιον, τό, dim. von κάπρος, Ar. bei Ath. III.96c.