καπυρίδια
καπυρίδια, cakes
κᾰπῠρ-ίδια, ων, τά,
- a kind of cakes, Chrysipp.Tyan. ap. Ath. 3.113d codd.:—perh. καπύρια (καπήρια Suid.), cf. POxy. 1655.3 (iii A.D.); καπύριον, crustulum, Gloss.
καπυρίδια, ων (τὰ) [ᾰῠῐδ] sorte de gâteaux, Ath. 113d.
Étym. καπυρός.
καπυρίδια, τά, Kuchenteig, Ath. III.113d. Vgl. καπυρός.