Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καπτρίον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καππώτας
καππώτας
καππώτας λεύς
κάπρα
καπρᾶ
κάπραινα
Καπράριος
Καπρατῖναι
καπράω
καπρέα
Καπρέαι
κάπρειος
καπρία
Καπρίαι
καπριάω
καπρίδιον
καπρίζω
καπρίολος
κάπριος
καπρίσκος
καπροβόλιον
κάπρος
Κάπρος
καπροσύρη
καπροφάγος
καπροφόνος
καπρῴζομαι
καπρώζω
καπρών
καπτήρ
καπτρίον
κάπτρον
κάπτω
Καπυαῖος
Καπύη
καπυκτά
καπύρια
καπυρίδια
καπυρίζω
κάπυρις
καπυριστής
καπυρόομαι
καπυρός
Καπυροσφράντης
καπυρόω
καπυρώδης
κάπυς
Κάπυς
καπύω
καπφάλαρα
καπφθίμενος
κάπω
κάπων
κάρ
κᾶρ
Κάρ
κάρα
καραβαία
καράβιον
καραβίς
καραβοειδής
…
καπτρίον
Save
LSJ
καπτρ-ίον, τό,
= καμπτρίον,
Anon.
in Rh.
74.11,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}