καπυριστής
καπυριστής, debauchee
κᾰπῠρ-ιστής, οῦ, ὁ,
- debauchee, Str. 14.2.26.
καπυριστής, οῦ (ὁ) [ᾰῠ] débauché, Str. 661.
Étym. καπυρίζω.
καπυριστής, ὁ, der Schwelger, τρυφητῶν ἀνθρώπων καὶ καπυριστῶν Strab. XIV.661.