Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάππαρος
κάππαρος, fish
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καπνοδοχεῖον
καπνοδόχη
καπνοδόχος
καπνοειδής
καπνοειδῶς
καπνοκορτυάζομαι
καπνόμαντις
καπνόομαι
καπνοόν
καπνοπάτης
καπνοποιός
καπνός
καπνοσφράντης
Καπνοσφράντης
καπνοῦχος
καπνόω
καπνώδης
καπνωδία
καπνωδῶς
καπνωτήριον
κᾶπος
κάπος
κάππα
Καππαδόκαι
Καππαδόκης
Καππαδοκία
καππαδοκίζω
Καππάδοξ
καππάριον
κάππαρις
κάππαρος
Κάππαρος
κάππαστον
καππαύω
καππεδίον
κάππεσον
καππέτων
καπποφόρος
καππυρίζω
Καππώτας
καππώτας
καππώτας λεύς
κάπρα
καπρᾶ
κάπραινα
Καπράριος
Καπρατῖναι
καπράω
καπρέα
Καπρέαι
κάπρειος
καπρία
Καπρίαι
καπριάω
καπρίδιον
καπρίζω
καπρίολος
κάπριος
καπρίσκος
καπροβόλιον
κάπρος
…
κάππαρος
Save
κάππαρος, fish
LSJ
κάππαρος, ὁ,
a kind of
fish,
PCair.Zen.
83 (iii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}