καρκίνωθρον
καρκῐν-ωθρον, τό,
- = ψίλωθρον, Sch. Nic. Th. 902; = πολύγονον ἄρρεν, prob. in Dsc. 4.4.
καρκίνωθρον, τό, eine Pflanze, Schol. Nic. Ther. 90. Vgl. καρκίνηθρον.