Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Καρκινίτης
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρικοεργής
Καρικός
καριμοίρους
Καρίνη
Καρίννας
Καρινός
Καρῖνος
καριόθρεπτος
κάριον
Κάριος
καριόω
καρίς
κάρισο
Καριστί
καριστί
Καρίων
καρκάδων
Καρκαθιόκερτα
καρκαίρω
κάρκαρα
καρκαρίς
κάρκαρον
κάρκαρος
καρκινάς
καρκινευτής
καρκίνηθρον
καρκινίας
καρκινίας λίθος
καρκινίδιον
καρκίνιον
Καρκινίτης
Καρκινῖτις
καρκινοβάτης
καρκινοειδής
καρκινόπους
καρκίνος
Καρκίνος
καρκινόχειρ
καρκινόχειρες
καρκινόω
καρκινώδης
καρκίνωθρον
καρκίνωμα
καρκίνωσις
Καρκώ
κάρμα
Καρμάλας
Καρμανία
Καρμάνωρ
Καρμέντα
Καρμεντάλια
Καρμεντὶς πύλη
Κάρμηλος
Κάρμινα
Καρμῖνες
κάρμορον
Καρμυλησσός
καρναβάδιον
Κάρνεα
Καρνεάδης
Καρνεᾶται
…
Καρκινίτης
Save
Bailly 2024
Καρκινίτης,
ου
[
ῐῑ
]
adj. m.
de la famille de Karkinos,
Ar.
Vesp.
1505
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}