καρκίνηθρον
καρκίνηθρον, Polygonum
καρκῐν-ηθρον, τό, =
- Polygonum, Gloss.; f.l. for -ωθρον, Dsc. 4.4.
καρκίνηθρον, ου (τὸ) [ῐ] sorte de plante, la même que πολύγονον, Diosc. 4, 4.
καρκίνηθρον, τό, eine Pflanze, Diosc.