Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καρκαρίς
καρκαρίς, load of timber
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κάρι
Καρία
Καρίαται
καριδάριον
καρίδιον
καριδόω
καρίεντο
Καρίζω
καρίζω
Καρικοεργής
καρικοεργής
Καρικός
καριμοίρους
Καρίνη
Καρίννας
Καρινός
Καρῖνος
καριόθρεπτος
κάριον
Κάριος
καριόω
καρίς
κάρισο
Καριστί
καριστί
Καρίων
καρκάδων
Καρκαθιόκερτα
καρκαίρω
κάρκαρα
καρκαρίς
κάρκαρον
κάρκαρος
καρκινάς
καρκινευτής
καρκίνηθρον
καρκινίας
καρκινίας λίθος
καρκινίδιον
καρκίνιον
Καρκινίτης
Καρκινῖτις
καρκινοβάτης
καρκινοειδής
καρκινόπους
καρκίνος
Καρκίνος
καρκινόχειρ
καρκινόχειρες
καρκινόω
καρκινώδης
καρκίνωθρον
καρκίνωμα
καρκίνωσις
Καρκώ
κάρμα
Καρμάλας
Καρμανία
Καρμάνωρ
Καρμέντα
Καρμεντάλια
…
καρκαρίς
Save
καρκαρίς, load of timber
LSJ
καρκαρίς, ἡ,
load of timber,
Hsch.
κάρκαροι·
τραχεῖς,
Id.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}