καρποτόκεια
καρποτόκ-εια, ἡ, poet. fem. of καρποτόκος, Nonn. D. 21.26.
καρποτόκεια, ας, adj. f. qui produit des fruits, féconde, Nonn. D. 21, 26.
Étym. καρποτόκος.
καρποτόκεια, ἡ, Fruchterzeugerin, γαῖα Nonn. D. 21.26. S. καρποτόκος.