Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καρπότροφος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρπογένεθλος
καρπογονέω
καρπογονία
καρπογόνος
καρπόγονος
καρποδαιστάς
καρπόδεσμα
καρποδέσμιος
καρπόδεσμος
καρποδότειρα
καρποδοτέω
καρποδότης
καρποδόχος
καρπολογέω
καρπολογία
καρπολόγος
καρπολόχος
καρπομανής
καρποποιός
καρπός
Κάρπος
καρποσπόρος
καρποτελέω
καρποτελής
καρποτόκεια
καρποτοκέω
καρποτοκία
καρποτόκος
καρποτροφέω
καρποτρόφος
καρπότροφος
καρποφαγέω
καρποφάγος
καρποφθόρος
καρποφορέω
καρποφόρημα
καρποφορία
καρποφόρος
καρποφυέω
καρποφύλαξ
καρπόφυλλον
καρπόχειρ
καρπόω
καρπύκη
καρπύλη
Καρπυλλίδης
καρπυραί
καρπώδης
κάρπωμα
καρπώνης
καρπωνία
καρπώσιμος
κάρπωσις
καρπωτός
κάρρα
Κάρραι
καρρέζουσα
καρρικός
καρρίον
καρρόθεν
κάρρον
…
καρπότροφος
Save
Pape
καρπότροφος
,
mit Früchten ernährt
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}