καταχής
καταχής, sounding
κατᾱχής, ές, Dor. for κατηχής,
- sounding, ὕδωρ Theoc. 1.7.
κατ·αχής, v. *κατηχής.
καταχής, [τᾱ], ές, dor. = κατηχής, stark tosend, Theocr. 1.7.
καταχής
κατ-ᾱχής, ές
Doric for κατηχής,
- sounding, Theocr.