καταχέζω
καταχέζω, defecate on
καταχέζω, fut. -χέσομαι Ar. Fr. 152: aor. κατέχεσα Id. Nu. 174, κατέχεσον Alc.Com. 4:—
- befoul, τινος ll.cc.
κατα·χέζω (ao. 2 κατέχεσον) embrener, gén. Ar. Nub. 173.
καταχέζω, (χέζω), bekacken, τινός, Ar. Nub. 173 ; VLL.
καταχέζω
aor1 κατ-έχεσα
- to befoul, τινός Ar.