καταχέω
καταχέω, to pour down upon, pour over
- pour down upon, pour over, c. dat., κὰδ δέ οἱ ὕδωρ χεῦαν Il. 14.435; so ἥ ῥά οἱ ἀχλὺν θεσπεσίην κατέχευε Od. 7.42; ὄρεος κορυφῇσι Νότος κατέχευεν ὀμίχλην Il. 3.10; τῷ γε χάριν κατέχευενʼ Ἀθήνη Od. 2.12, etc.; σφιν . . πλοῦτον κατέχευε Κρονίων Il. 2.670; μὴ σφῶϊν ἐλεγχείην καταχεύῃ 23.408, cf. Od. 14.38; οἷ . . κατʼ αἶσχος ἔχευε 11.433; ἐμῇ κεφαλῇ κατʼ ὀνείδεα χεῦαν 22.463; νεφέλαν κρατὶ κατέχευας Pi. P. 1.8; ἀντιπάλοις φόνον Epigr. ap. Plu. Marc. 30:—Pass., κὰδ δʼ ἄχος οἱ χύτο ὀφθαλμοῖσι Il. 20.282; κατὰ . . ὀρόφοισιν αἷμα . . κέχυται Orac. ap. Hdt. l.c.; δάκρυσι βλέφαρα-χυθέντα E. l.c.; οἱ -χυθέντες J. BJ 3.7.29:—also Act. c. gen., rarely in Hom., ὅς σφωϊν . . ἔλαιον χαιτάων κατέχευε Il. 23.282, cf. 765: freq. later, καταχέουσι αἷμα τοῦ ἀκινάκεος Hdt. 4.62; κατάχει σὺ τῆς χορδῆς τὸ μέλι Ar. Ach. 1040; ἔτνος τοὐλατῆρος ib. 246; τοῦ δήμου καταχεῖν . . πλουθυγίειαν Id. Eq. 1091; ἵππερόν μου κατέχεεν τῶν χρημάτων Id. Nu. 74, cf. Pl. 790; βλασφημίαν τῶν ἱερῶν κ. Pl. Lg. 800d; also κὰδ δὲ χευάτω μύρον . . κὰτ τὼ στήθεος Alc. 36, cf. Pl. R. 398a:—Med., κατὰ τῶν ἱματίων καταχεόμενοι [ἄκρατον] letting it be poured over . ., Id. Lg. 637e:— Pass., κατὰ τοῖν κόραιν ὕπνου τι καταχεῖται γλυκύ Ar. V. 7.
- 2simply, pour, shower down, χιόνα, νιφάδας ἐπὶ χθονί, Od. 19.206, Il. 12.158; ψιάδας κ. ἔραζε 16.459; so κατὰ δʼ ἠέρα πουλὺν ἔχευεν 8.50; κατὰ δʼ ὕπνον ἔχευεν Od. 11.245:—Med., νότος . . χύσιν κατεχεύατο φύλλων Call. l.c.:—Pass., ἴδρως κακχέεται Sapph. 2.13.
- b throw, cast down, θύσθλα χαμαὶ κατέχευαν Il. 6.134; κατὰ δʼ ἡνία χεῦεν ἔραζε 17.619; ὅπλα τε πάντα εἰς ἄντλον κατέχυνθʼ Od. 12.411; πέπλον μὲν . . κατέχευεν ἐπʼ οὔδει let the robe fall upon the floor, Il. 5.734; τεῖχος . . εἰς ἅλα πᾶν κ. 7.461:—Med., Pl. Ti. 41d; χαίταν let fall, Call. Cer.
- 5 c. metaph., κοινολογίας . . ἡδονὴν -χεούσης Phld. D. 3.14.
- 3 Pass., to be poured over the ground, be there in heaps, ὁ χῶρος, ἐν ᾧ αἱ ἄκανθαι [τῶν ὀφίων] κατακεχύαται Hdt. 2.75; of persons, to be spread, dispersed, Eun. Hist. p.239 D.
- II cause to flow, run, [χρυσὸν] ἐς πίθους τήξας κ. Hdt. 3.96:—Med., χρυσὸν καταχέασθαι to have it melted down, Id. 1.50.
1. act. met acc.
a. over ... uitgieten, met acc. en dat.:
b. over ... verspreiden,
c. uitstorten, laten vallen:
2. med.-pass., intrans. stromen, zich verspreiden:
3. med. met acc., causat. laten smelten:
Med. herabfließen lassen, begießen ; καταχεόμενοι τῶν ἱματίων, sich die Kleider begießend, Plat. Legg. I.637e, vgl. Tim. 41d ; auch χαίτην, Callim. Cer. 5.
Bei Her. vom Einschmelzen der Metalle, καταχεάμενος χρυσὸν ἡμιπλίνθια ἐξ αὐτοῦ ἐξήλαυνε Her. 1.50.
[κατα- 1.]
2 sing. aor. κατέχευας Od. 14.38.
3 sing. -ε Il. 2.670, Il. 3.10, Il. 5.734, Il. 8.385, Il. 12.158, Il. 16.459, Il. 23.282 : Od. 2.12, Od. 6.235, Od. 7.42, Od. 8.19, Od. 17.63.
3 pl. -αν Il. 6.134.
3 sing. subj. καταχεύῃ Il. 23.408 : Od. 19.206.
Infin. καταχεῦαι Il. 7.461.
3 pl. aor. pass. κατέχυντο Od. 12.411.
- 1
To pour (a liquid) upon.
With genit. : ἔλαιον χαιτάων Il. 23.282.
- 2
In gen., to shed, let fall : νιφάδας Il. 12.158. Cf. Il. 16.459 : Od. 19.206.
To shed or spread (mist) Il. 3.10 : Od. 7.42.
- 3
To let fall all together or in a mass : θύσθλα Il. 6.134.
In pass., to fall all together or in a mass : ὅπλα πάντα εἰς ἄντλον κατέχυντο Od. 12.411.
To let (a robe) fall from one’s person Il. 5.734 = Il. 8.385.
- 4
To sweep away in destruction : τεῖχος εἰς ἅλα Il. 7.461.
- 5
Fig., to shed, pour, cause to come, bring : πλοῦτον Il. 2.670. Cf. Il. 23.408 : Od. 2.12= Od. 17.63, Od. 6.235, Od. 8.19, Od. 14.38.
- 1
- 1pour down upon met., c. dat. κελαινῶπιν δʼ ἐπί οἱ νεφέλαν ἀγκύλῳ κρατί, γλεφάρων ἁδὺ κλάιθρον, κατέχευας (sc. φόρμιγξ) P. 1.8
toma leche de vaca y derrámala
- Ito pour down upon, pour over, τί τινι Hom.; also, κατ. τί τινος Hdt., Attic:—Pass., κατὰ ταῖν κόραιν ὕπνου τι καταχεῖται a bit of sleep is poured over the eyes, Ar.
- 2to pour or shower down, Hom.: to throw or cast down, Hom.; πέπλον κατέχευεν ἐπʼ οὔδει let the robe fall upon the pavement, Il.
- 3Pass. to be poured over the ground, lie in heaps, ὁ χῶρος, ἐν ᾧ αἱ ἄκανθαι τῶν ὀφίων κατακεχύαται (Ionic 3rd pl. perf. pass.), Hdt.
- IIto melt down, χρυσὸν ἐς πίθους Hdt.; and in Mid., χρυσὸν καταχέασθαι to have it melted down, Hdt.
- Bκαταχέυω
- Epic imperf. mid., τέττιξ καταχεύετʼ ἀοιδήν, Hes.
-
…μενέω καὶ μώνυχες ἵπποι · τοίου γὰρ κλέος ἐσθλὸν ἀπώλεσαν ἡνιόχοιο ἠπίου, ὅς σφωϊν μάλα πολλάκις ὑγρὸν ἔλαιον χαιτάων κατέχευε λοέσσας ὕδατι λευκῷ. τὸν τώ γʼ ἑσταότες πενθείετον, οὔδεϊ δέ σφι χαῖται ἐρηρέδαται, τὼ δʼ ἕστατον ἀχνυμένω…
Homer, Iliad
-
…καὶ ἐπʼ αὐτῷ κῦδος ἔθηκεν · ἵππους δʼ Ἀτρεΐδαο κιχάνετε, μὴ δὲ λίπησθον, καρπαλίμως, μὴ σφῶϊν ἐλεγχείην καταχεύῃ Αἴθη θῆλυς ἐοῦσα · τί ἢ λείπεσθε φέριστοι ; ὧδε γὰρ ἐξερέω, καὶ μὴν τετελεσμένον ἔσται · οὐ σφῶϊν…
Homer, Iliad
-
…, τήκετο δὲ χρώς · ὡς δὲ χιὼν κατατήκετʼ ἐν ἀκροπόλοισιν ὄρεσσιν, ἥν τʼ Εὖρος κατέτηξεν, ἐπὴν Ζέφυρος καταχεύῃ · τηκομένης δʼ ἄρα τῆς ποταμοὶ πλήθουσι ῥέοντες · ὣς τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης, κλαιούσης ἑὸν ἄνδρα…
Homer, Odyssey
-
…τὸ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων. ὣς ἔφατʼ, οὐδʼ ἀπίθησε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε · αἱματοέσσας δὲ ψιάδας κατέχευεν ἔραζε παῖδα φίλον τιμῶν, τόν οἱ Πάτροκλος ἔμελλε φθίσειν ἐν Τροίῃ ἐριβώλακι τηλόθι πάτρης. οἳ δʼ ὅτε δὴ…
Homer, Iliad
-
…ὑπὸ δὲ ζυγὸν ἤγαγεν Ἥρη ἵππους ὠκύποδας, μεμαυῖʼ ἔριδος καὶ ἀϋτῆς. αὐτὰρ Ἀθηναίη κούρη Διὸς αἰγιόχοιο πέπλον μὲν κατέχευεν ἑανὸν πατρὸς ἐπʼ οὔδει ποικίλον, ὅν ῥʼ αὐτὴ ποιήσατο καὶ κάμε χερσίν · ἣ δὲ χιτῶνʼ ἐνδῦσα Διὸς νεφεληγερέταο…
Homer, Iliad
-
…ἀγοραί τε καὶ ἕδραι ἀγρομένων · πολλοὶ δʼ ἄρʼ ἐθηήσαντο ἰδόντες υἱὸν Λαέρταο δαΐφρονα · τῷ δʼ ἄρʼ Ἀθήνη θεσπεσίην κατέχευε χάριν κεφαλῇ τε καὶ ὤμοις καί μιν μακρότερον καὶ πάσσονα θῆκεν ἰδέσθαι, ὥς κεν Φαιήκεσσι φίλος πάντεσσι γένοιτο δεινός…
Homer, Odyssey
-
…πολυήρατος ἥβη, Ἠοῖ τερπόμενος χρυσοθρόνῳ, ἠριγενείῃ ναῖε παρʼ Ὠκεανοῖο ῥοῇς ἐπὶ πείρασι γαίης · αὐτὰρ ἐπεὶ πρῶται πολιαὶ κατέχυντο ἔθειραι καλῆς ἐκ κεφαλῆς εὐηγενέος τε γενείου, τοῦ δʼ ἦ τοι εὐνῆς μὲν ἀπείχετο πότνια Ἠώς, αὐτὸν δʼ…
NA, Homeric Hymns
-
…· ὁ δὲ προσέειπεν ἄνακτα · ὦ γέρον, ἦ ὀλίγου σε κύνες διεδηλήσαντο ἐξαπίνης, καί κέν μοι ἐλεγχείην κατέχευας. καὶ δέ μοι ἄλλα θεοὶ δόσαν ἄλγεά τε στοναχάς τε · ἀντιθέου γὰρ ἄνακτος ὀδυρόμενος καὶ ἀχεύων ἧμαι ,…
Homer, Odyssey
-
…ἀνὴρ ἴδρις, ὃν Ἥφαιστος δέδαεν καὶ Παλλὰς Ἀθήνη τέχνην παντοίην, χαρίεντα δὲ ἔργα τελείει, ὣς ἄρα τῷ κατέχευε χάριν κεφαλῇ τε καὶ ὤμοις. ἕζετʼ ἔπειτʼ ἀπάνευθε κιὼν ἐπὶ θῖνα θαλάσσης, κάλλεϊ καὶ χάρισι στίλβων · θηεῖτο…
Homer, Odyssey
-
…καὶ κλισιάων νηῶν τʼ ὠκυπόρων · νιφάδες δʼ ὡς πῖπτον ἔραζε, ἅς τʼ ἄνεμος ζαὴς νέφεα σκιόεντα δονήσας ταρφειὰς κατέχευεν ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ · ὣς τῶν ἐκ χειρῶν βέλεα ῥέον ἠμὲν Ἀχαιῶν ἠδὲ καὶ ἐκ Τρώων · κόρυθες δʼ ἀμφʼ…
Homer, Iliad