καταχλευαστικός
καταχλευαστικός, derisive
καταχλευ-αστικός, ή, όν,
- derisive, Poll. 6.200. Adv. -κῶς v.l. ibid.
καταχλευαστικός, ή, όν, verspottend, Poll. 6.209.
καταχλευαστικός, derisive