καταχρειόομαι
καταχρειόομαι, to be ill-treated
κατ-αχρειόομαι, Pass.,
- to be ill-treated, κατηχρειωμένη AP 9.203 (Phot.or Leo).
καταχρειόομαι, unbrauchbar gemacht werden, sein, καταχρειωμένη Leo phil. 4 (IX.203); auch im act. bei Sp.
καταχρειόομαι
χρέος
- Pass. to be ill-treated, perf. part. κατηχρειωμένη Anth.