Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταχρειόω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατάχθομαι
καταχθονίζω
καταχθόνιος
κατάχθονος
καταχιονίζω
καταχλαινόω
καταχλευάζω
καταχλευασμός
καταχλευαστικός
καταχλιαστέον
καταχλιδάω
καταχλιδέω
καταχλοάζομαι
καταχλοάζω
κατάχλοος
καταχλυόομαι
κατάχλυσις
κατάχολος
καταχορδεύω
καταχορδέω
καταχόρειον
καταχόρευσις
καταχορεύω
καταχορηγέω
καταχόρηον
καταχραίνομαι
καταχραίνω
καταχράομαι
καταχράω
καταχρειόομαι
καταχρειόω
καταχρεμετίζομαι
καταχρεμετίζω
καταχρέμπτομαι
κατάχρεος
κατάχρεως
καταχρηματίζω
καταχρηματισμός
καταχρήσασθαι
κατάχρησις
καταχρηστέον
καταχρηστικός
καταχρηστικῶς
κατάχρισις
κατάχρισμα
καταχριστέον
κατάχριστος
καταχρίω
κατάχρους
κατάχρυσος
καταχρυσόω
καταχρύσως
καταχρώζω
καταχρώννυμι
κατάχρωσις
καταχύδην
κατάχυμα
καταχύννω
κατάχυσις
κατάχυσμα
καταχυσμάτιον
…
καταχρειόω
Save
Bailly 2024
κατ·α·χρειόω-ῶ,
maltraiter,
Anth.
9, 203
.
Étym.
κ. ἀ
nég.,
χρειά
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}