κατείργνυμι Save Bailly 2024 Pape Middle Liddell κατ·είργνυμι (seul. prés. et impf.) c. le suiv. Hdt. 4, 69. κατείργνυμι, [ῡ], = κατείργω, κατειργνῦσι τοὺς βοῦς ἐς μέσα τὰ φρύγανα Her. 4.69. κατείργνυμι Ionic 3rd pl. -ειρνῦσι = κατείργω, Hdt.