κατειλίσσω Save LSJ Grieks Nederlands Pape κατειλίσσω, v. καθελίσσω. κατειλίσσω Ion. voor καθελίττω. κατειλίσσω, ion. = καθελίσσω ; Her. 7.181 ; κατειλίχατο, = κατειλιγμένοι ἦσαν, 7.76.