κατεπικύπτω Save κατεπικύπτω, bow down upon LSJ Bailly 2024 κατεπι-κύπτω, bow down upon, LXX Es. 15.10 (v.l. ἐπέκυψεν). κατ·επικύπτω, c. ἐπικύπτω, Spt. Esth. 5, 1, 12.