κατεργάζομαι
κατεργάζομαι, to effect by labour, to achieve, accomplish
- effect by labour, achieve, πρήγματα μεγάλα Hdt. 5.24; πᾶν S. El. 1022; μόρον . . ἐπαλλήλοιν χεροῖν Id. Ant. 57; ταῦθʼ ἁπινοεῖς Ar. Ec. 247; τὰ δυνατά Th. 4.65; τὰ πρὸς εὐδαιμονίαν Phld. Rh. 2.31 S.; μεγάλα μὲν ἐπινοεῖτε, ταχὺ δὲ κατεργάζεσθε X. Hier. 2.2; κ. εἰρήνην τινί And. 3.8; ἢν κατεργάσῃ if you do the job, Ar. Eq. 933: pf. κατείργασμαι, μέγιστα ἔργα X. Mem. 3.5.11: in pass. sense, to have been effected or achieved, Hdt. 1.123, 141, 4.66, E. IT 1081, etc.; κατειργασμένη ὠφέλεια Antipho 2.1.4; ἐλθεῖν ἐπὶ κατειργασμένοις Lys. 31.9: aor. -ειργάσθην Luc. Herm. 5.
- b earn, gain by labour, acquire, τὴν ἡγεμονίην Hdt. 3.65; πόλει σωτηρίαν E. Heracl. 1046; μεγάλα τῇ πόλει Aeschin. 3.229; τοῦτο D. 45.66; ὁ κατειργασμένος τὴν τυραννίδα Pl. Grg. 473d: in pass. sense, ἀρετὴ ἀπὸ σοφίης κατεργασμένη Hdt. 7.102.
- c abs., achieve oneʼs object, be successful, αὐτὸς ἑωυτῷ Id. 5.78; simply, work, ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις PTeb.ined. 703.148.
- 2 c. acc. pers., make an end of, finish, kill, ἑωυτόν Hdt. 1.24, cf. E. Hipp. 888, etc.; λέοντα βίᾳ S. Tr. 1094.
- b overpower, subdue, conquer, Hdt. 6.2, Ar. Eq. 842, Th. 4.85, Isoc. 9.59, etc.; τὴν Ἑλλάδα Hdt. 8.100; ποσὶ καὶ στόματι κ. [τινά] attack him, of a horse, Id. 5.111: in pass. sense, of land, μακέλλῃ τῇ κατείργασται πέδον is subdued, brought under cultivation, A. Ag. 526; κατεργαζομένη ἡ γῆ Thphr. CP 3.1.3; later trans., cultivate, PTeb. 10.2 (ii B.C.), etc.
- c prevail upon, κατεργάσατο καὶ ἀνέπεισε Ξέρξην, ὥστε . . Hdt. 7.6, cf. X. Mem. 2.3.16, Parth. 13.1, Plu. Fab. 21; κ. τινὰ πειθοῖ Str. 10.4.2:—Pass., οὐκ ἐδύνατο κατεργασθῆναι [ἡ γυνή] could not be prevailed upon, Hdt. 9.108.
- d c. dupl. acc., do something to one, καλόν τι τὴν πόλιν And. 2.17 (but κ. τὴν πόλιν carry on business in the city, SIG 899 (Mesambria, iii A.D.)).
- II till, cultivate land, PSI 6.632.9 (iii B.C.), etc.; work up for use, freq. of food, by chewing or digestion, ὀδόντας ἔχει οἷς κ. τὴν τροφήν Arist. HA 501b30, cf. Juv. 469a31, Spir. 482b16, Gal. 11.649 (Pass.); τὸ -αζόμενον ἔχειν εὔρωστον a strong digestion, Id. 17(2).430; κ. τὰ ἐδέσματα Sch. Ar. Eq. 714; by grinding (of corn), Longus 3.30, cf. D.H. 5.13 (Pass.); by ripening (of fruits), κατειργασμένα ἐπὶ τοῦ δένδρου Gal. 11.367; κ. μέλι make . ., Hdt. 4.194; κ. τὴν κόπρον prepare it, Arist. HA 552a24; σίδηρον D. 27.10; ξύλα-ειργασμένα Thphr. CP 5.17.2; στίππυον τὸ κατειργαζμένον PCair.Zen. 472.9 (iii B.C.); λίθους D.S. 1.98.
- 2 turn bullion into coin, PCair.Zen. 21.6 (iii B.C.).
- III work at, practise, ἄλλην μελέτην κ. Pl. Ti. 88c.
- IV κ. ὄρη level them, J. AJ 11.3.4 (fr. LXX 1 Es. 4.4).
1. bewerkstelligen, tot stand brengen:
2. verkrijgen, verwerven:
3. bedwingen, onderwerpen:
4. afmaken, doden:
2) sich Etwas erarbeiten, erwerben, τάλαντον Ar. Eq. 933, τὴν ἡγεμονίην Her. 3.65 ; – verarbeiten, σίδηρον Dem. 27.10, wie λίθους DS. 1.98 ; Plut. Pericl. 12 ; die Speise verarbeiten, teils von den Zähnen, sie klein machen, Arist. H.A. 2.5 DS. 3.35, teils vom Magen, verdauen, Medic.; Getreide, mahlen, Dion.Hal. 5.13 ; auch vom Dreschen, Long. 3.30.
3) sich unterwerfen, bezwingen ; Διὸς μακέλλῃ κατείργασται πέδον Aesch. Ag. 512, wo es »überwunden u. zerstört sein« bedeutet ; Σαρδὼ νῆσον κατεργάσασθαι Her. 6.2 ; κατέργαστο τῷ Κύρῳ τὸ ἔθνος, das Volk war von Kyrus unterworfen worden, 1.123 ; dem κρατεῖν entsprechend, Thuc. 6.11, vgl. 33, 86 ; auch im freundlichen Sinne, gewinnen, wozu vermögen, χρόνῳ δὲ κατεργάσατο καὶ ἀνέπεισε Ξέρξεα, ὥστε ποιέειν ταῦτα Her. 7.6 ; εἴ τινα βούλοιο κατεργάσασθαι καλεῖν σε ἐπὶ τὸ δεῖπνον Xen. Mem. 2.3.11 ; ἐκπεῖσαι καὶ κατεργάσασθαι τὸν ἄνθρωπον Plut. Fab. 21 ; τὴν κόρην Parthen. 13.
4) töten ; λέοντα βίᾳ Soph. Trach. 1084 ; Eur. Hipp. 888, I.T. 1173 u. öfter ; δράκοντος αἷμα Phoen. 1069 ; ἑαυτόν Her. 1.24 u. Sp., wie Hdn. 3.11.15. – Den aor. pass. κατεργασθῆναι in passiv. Bdtg, überwunden, gewonnen werden, hat Her. 9.108 ; Luc. Hermot. 5.
Strong 2716
to effect by labour, achieve, work out, bring about: c. acc., Ro 4:15 5:3 7:8, 15, 17, 18, 20, II Co 7:10, Eph 6:13, Ja 1:3; pass., II Co 12:12; c. acc. rei et dat. pers., Ro 7:13, II Co 4:17 7:11 9:11; id. seq. διά, c. gen. pers., Ro 15:18; τ. σωτηρίαν, Phl 2:12; c. acc. pers. seq. εἰς, II Co 5:5 (RV, wrought); of evil deeds, Ro 1:27 2:9, I Co 5:3, I Pe 4:3.†
- Dep.
- Ito effect by labour, to achieve, accomplish, Hdt., Soph., etc.:—so perf. κατείργασμαι, Xen.; but in pass. sense, to be effected or achieved, Hdt., Eur.
- bto earn or gain by labour, to achieve, acquire, τὴν ἡγεμονίην Hdt.; σωτηρίαν Eur.; in pass. sense, ἀρετὴ ἀπὸ σοφίης κατεργασμένη Hdt.
- cabsol. to be successful, Hdt.
- 2c. acc. pers., like Lat. conficere, to make an end of, finish, kill, Hdt., Soph., Eur.
- bto overpower, subdue, conquer Hdt., Ar., Thuc.:—perf. pass. to be overcome, Thuc.; κατείργασται πέδον is subdued, brought under cultivation, Aesch.
- cto prevail upon, Hdt., Xen.: —aor1 pass., οὐκ ἐδύνατο κατεργασθῆναι could not be prevailed upon, Hdt.
- IIto work up for use, Lat. concoquere, κ. μέλι to make honey, Hdt.
-
…δουλείαν. ἐν ἐκείνῃ δὲ τῇ ἡμέρᾳ καλλίστην τελευτὴν τοῖς προτέροις κινδύνοις ἐπιθέντες, βέβαιον μὲν τὴν ἐλευθερίαν τῇ Εὐρώπῃ κατειργάσαντο, ἐν ἅπασι δὲ τοῖς κινδύνοις δόντες ἔλεγχον τῆς ἑαυτῶν ἀρετῆς, καὶ μόνοι καὶ μεθʼ ἑτέρων, καὶ πεζομαχοῦντες…
Lysias, Speeches
-
…γὰρ δὴ κενόν γʼ ἀφήσομεν. φεῦ · εἴθʼ ὤφελες τοιάδε τὴν γνώμην πατρὸς θνῄσκοντος εἶναι · πᾶν γὰρ ἂν κατειργάσω. ἀλλʼ ἦ φύσιν γε, τὸν δὲ νοῦν ἥσσων τότε. ἄσκει τοιαύτη νοῦν διʼ αἰῶνος μένειν. ὡς…
Sophocles, Electra
-
…ἀξίη ἐκτῆσθαι. ταῦτα ἔλεγε οἷα νεωτέρων ἔργων ἐπιθυμητὴς ἐὼν καὶ θέλων αὐτὸς τῆς Ἑλλάδος ὕπαρχος εἶναι. χρόνῳ δὲ κατεργάσατό τε καὶ ἀνέπεισε ὥστε ποιέειν ταῦτα Ξέρξην · συνέλαβε γὰρ καὶ ἄλλα οἱ σύμμαχα γενόμενα ἐς τὸ πείθεσθαι Ξέρξην .…
Herodotus, The Histories
-
…τῷ ἄστει πάλιν αὖ μέγα ἐφρόνουν ἐπὶ τῷ Λυσάνδρῳ. οὕτω δὲ προχωρούντων Παυσανίας ὁ βασιλεὺς φθονήσας Λυσάνδρῳ, εἰ κατειργασμένος ταῦτα ἅμα μὲν εὐδοκιμήσοι, ἅμα δὲ ἰδίας ποιήσοιτο τὰς Ἀθήνας, πείσας τῶν ἐφόρων τρεῖς ἐξάγει φρουράν. συνείποντο…
Xenophon, Hellenica
-
…, ὅτι δὴ οἱ Ἴωνες πρότερον αὐτοῦ Κύρου δεηθέντος διʼ ἀγγέλων ἀπίστασθαι σφέας ἀπὸ Κροίσου οὐκ ἐπείθοντο, τότε δὲ κατεργασμένων τῶν πρηγμάτων ἦσαν ἕτοιμοι πείθεσθαι Κύρῳ. ὁ μὲν δὴ ὀργῇ ἐχόμενος ἔλεγέ σφι τάδε · Ἴωνες δὲ ὡς ἤκουσαν…
Herodotus, The Histories
-
…Ἀγαμέμνων ἄναξ. ἀλλʼ εὖ νιν ἀσπάσασθε, καὶ γὰρ οὖν πρέπει Τροίαν κατασκάψαντα τοῦ δικηφόρου Διὸς μακέλλῃ, τῇ κατείργασται πέδον. βωμοὶ δʼ ἄιστοι καὶ θεῶν ἱδρύματα, καὶ σπέρμα πάσης ἐξαπόλλυται χθονός. τοιόνδε Τροίᾳ περιβαλὼν ζευκτήριον ἄναξ…
Aeschylus, Agamemnon
-
…σφι οὕτω δοκέοι, περιιδεῖν αὐτὸν ἐν τῇ σκευῇ πάσῃ στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι ἀεῖσαι · ἀείσας δὲ ὑπεδέκετο ἑωυτὸν κατεργάσασθαι. καὶ τοῖσι ἐσελθεῖν γὰρ ἡδονὴν εἰ μέλλοιεν ἀκούσεσθαι τοῦ ἀρίστου ἀνθρώπων ἀοιδοῦ, ἀναχωρῆσαι ἐκ τῆς πρύμνης ἐς μέσην…
Herodotus, The Histories
-
…Μήδους, συμμίσγων ἑνὶ ἑκάστῳ ὁ Ἅρπαγος τῶν πρώτων Μήδων ἀνέπειθε ὡς χρὴ Κῦρον προστησαμένους Ἀστυάγεα παῦσαι τῆς βασιληίης. κατεργασμένου δέ οἱ τούτου καὶ ἐόντος ἑτοίμου, οὕτω δὴ τῷ Κύρῳ διαιτωμένῳ ἐν Πέρσῃσι βουλόμενος Ἅρπαγος δηλῶσαι τὴν ἑωυτοῦ γνώμην…
Herodotus, The Histories
-
…αὐτῶν ἅτε μᾶζαν μαξάμενος ἔχει, ὁ δὲ ἄρτου τρόπον ὀπτήσας. ὡς δὲ τῷ Κύρῳ καὶ τοῦτο τὸ ἔθνος κατέργαστο, ἐπεθύμησε Μασσαγέτας ὑπʼ ἑωυτῷ ποιήσασθαι. τὸ δὲ ἔθνος τοῦτο καὶ μέγα λέγεται εἶναι καὶ ἄλκιμον, οἰκημένον δὲ…
Herodotus, The Histories
-
…εἰς Λάμψακον ἀπήγαγεν, ἔλαβε δὲ καὶ τῶν στρατηγῶν ἄλλους τε καὶ Φιλοκλέα καὶ Ἀδείμαντον. ᾗ δʼ ἡμέρᾳ ταῦτα κατειργάσατο, ἔπεμψε Θεόπομπον τὸν Μιλήσιον λῃστὴν εἰς Λακεδαίμονα ἀπαγγελοῦντα τὰ γεγονότα, ὃς ἀφικόμενος τριταῖος ἀπήγγειλε. μετὰ δὲ ταῦτα…
Xenophon, Hellenica