κατέργασμα
κατέργασμα, work, achievement
κατέργ-ασμα, ατος, τό,
- work, achievement, Aq. Ps. 45(46).9, Pr. 8.22.
κατέργασμα, ατος (τὸ) œuvre, travail, Aqu. Prov. 8, 22 ; Ps. 45, 8.
Étym. κατεργάζομαι.
κατέργασμα, τό, das Werk, LXX.