κατεπίκειμαι
κατεπίκειμαι, lie, rest upon
κατεπί-κειμαι, Pass.,
- lie, rest upon, IG 14.1888, CIG 4152 d (Amastris).
κατ·επίκειμαι, c. ἐπίκειμαι, Eum. p. 41.
κατεπίκειμαι, (κεῖμαι), daraufliegen, Eumath.