κατεπίκλησις Save Bailly 2024 Pape κατ·επίκλησις, εως (ἡ) accusation, Orig. c. Cels. 4, p. 527. Étym. κ. ἐπίκλησις. κατεπίκλησις, ἡ, Anklage, Sp.