κατευνάστρια
κατευνάστρια, female chamberlain
κατευν-άστρια, ἡ,
- female chamberlain, Eust. 1943.58.
κατευνάστρια, ἡ, fem. zu κατευναστήρ, Sp. auch = den Tod bringend.
κατευνάστρια, female chamberlain