κατευναστικός
κατευναστικός, lulling to sleep
κατευν-αστικός, ή, όν,
- lulling to sleep, βοῆς Eust. 1424.6; κ. λόγος, ποίημα, epithalamium, Men.Rh. p.405S.
κατευναστικός, ή, όν, qui concerne la couche nuptiale, Mén. rhét. 9, 273 W.
Étym. κατευνάζω.
κατευναστικός, ή, όν, zum Einschläfern, Beruhigen gehörig, geschickt, λόγος u. ποιήματα, carmina nuptialia, Rhett. IX.273.