κατευδαιμονίζω
κατευδαιμονίζω, to call happy
κατευ-δαιμονίζω, strengthd. for εὐδαιμ-, J. BJ 1.33.8.
κατ·ευδαιμονίζω, estimer bien heureux, Jos. A.J. 1, 33, 8.
κατευδαιμονίζω, sehr glücklich preisen, Jos.
κατευδαιμονίζω, to call happy