κατιάδιον
κατιάδιον, lancet
κατιάδιον, τό,
- = κατιάς, Aret. CD 1.2.
κατιάδιον, ου (τὸ) dim. de κατιάς, Aét. 7, 2 ; Arét. 116b.
κατιάδιον, τό, dim. von κατιάς, Aret.
κατιάδιον, lancet