κατηχής Save LSJ Bailly 2024 Pape κατηχ-ής, v. κατᾱχής. *κατ·ηχής, seul. dor. κατ·αχής, ής, ές [ᾰᾱ] retentissant, Thcr. Idyl. 1, 7. Étym. κ. ἠχώ. κατηχής, ές, erschallend, ertönend, dor. καταχὲς ἀπὸ τᾶς πέτρας καταλείβεται ὕδωρ Theocr. 1.7.