κάτθανε
κάτθᾰνε,
- v. καταθνῄσκω. κατθᾶξαι, v. καταθήγω. κατθάψαι, v. καταθάπτω. κατθέμεν, κάτθεμεν, κάτθετε, κάτθεσαν, κατθέμεθα, κατθέσθην, κατθέμενοι, κάτθεο, v. κατατίθημι.
κάτθανε, ep. für κατέθανε.
κάτθανε
3 sing. contr. aor. καταθνῄσκω.
κάτθανε : see καταθνῄσκω.