καυλοκινάρα Save καυλοκινάρα, artichoke stem LSJ Bailly 2024 καυλο-κῐνάρα, ἡ, artichoke stem, Gp. 20.31. καυλο·κινάρα, ας (ἡ) artichaut en tige, Geop. 20, 31. Étym. καυλός, κινάρα.