καυλώδης
καυλώδης, running to stem
καυλ-ώδης, ες,
- running to stem, Thphr. CP 3.6.9: Comp., Dsc. 2.136.
καυλώδης, ης, ες, qui a une grosse tige, Th. C.P. 3, 6, 9.
Étym. καυλός, -ωδης.
καυλώδης, ες, stengel-, kohlartig, Theophr.