καυματίας
καυματίας, burning hot
καυμᾰτ-ίας, masc. Adj.,
- burning hot, of the sun, Thphr. Sign. 11, 26, al.
καυματίας, ου [μᾰ] adj. m. brûlant, Th. Sign. 1, 11, etc.
Étym. καῦμα.
καυματίας, ὁ, brennend heiß, ἥλιος, Theophr.