καυματηρός
καυματηρός, very hot
καυμᾰτ-ηρός, ά, όν,
- very hot, Str. 16.4.1.
καυματηρός, ά, όν [ᾰ] brûlant, Str. 767.
Étym. καῦμα.
καυματηρός, brennend heiß, Strab. XVI. 767, θάλαττα.
καυματηρός, very hot