Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Καυνιακή
Καυνιακή, plaster
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καυλίον
καυλίσκος
καυλοειδής
καυλοκινάρα
καυλοκλυστήρ
καυλοκοπία
καυλομύκητες
Καυλομύκητες
καυλοπώλης
καυλός
καυλοτομέω
καυλοφορέω
καυλώδης
Καυλωνία
Καυλωνιάτης
Καυλωνιᾶτις
καυλωτός
καῦμα
καυματηρός
καυματίας
καυματίζω
καυματόω
καυματώδης
καυμός
καυνάκη
καυνάκης
καυνάκιον
καυνακοπλόκος
καυνακοποιός
καυνιάζω
Καυνιακή
Καυνίας
Καυνικός
Καύνιοι
Καύνιος
Καύνιος ἔρως
καυνός
καῦνος
Καῦνος
καῦρος
καυρός
καυσάθας
καυσαλίς
καύσησις
καυσία
καύσιμος
καῦσις
καυσμένης
καυσμός
καυσόομαι
καυσοποιός
καῦσος
καυσόω
καύστειρα
καυστειρός
καυστέον
καυστήρ
καυστηριάζω
καυστήριον
καυστηρός
καύστης
…
Καυνιακή
Save
Καυνιακή, plaster
LSJ
Καυνιακή (sc.
ἔμπλαστρος
),
name of a
plaster,
Gal.
13.532.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}