κεκρυφαλοπλόκος
κεκρυφαλοπλόκος, netting
κεκρυφᾰλοπλόκος, ον,
- netting κεκρύφαλοι (v. sq. [κεκρύφαλος]), Critias 69 D.
κεκρυφαλο·πλόκος, ου [ῡᾰ] qui tresse des réseaux de femme, Critias (Poll. 7, 179).
Étym. κεκρύφαλος, πλέκω.
κεκρυφαλοπλόκος, Kopfnetze flechtend, Critias bei Poll. 7.179.