κελαινιάω
κελαινιάω, to be black
κελαινιάω,
- to be black, in Ep. 3 pl. κελαινιόωσι, Opp. H. 4.67; part. κελαινιόων Nonn. D. 38.18.
κελαινιάω-ῶ, être noir ||
➳ Part. prés. épq. κελαινιόων, Nonn. D. 38, 18 ; Opp. H. 4, 67.
Étym. κελαινός.
κελαινιάω, schwarz sein, sich schwärzen ; νεφέων δὲ κελαινιόωσι καλύπτραι Opp. Hal. 4.67 ; κελαινιόωντι πέπλῳ Nonn. D. 38.18.