κεροφόρος
κεροφόρος, horned
κεροφόρος, ον,
- = κερασφόρος I, horned, βόες E. Ba. 691.
κερο·φόρος, ος, ον, qui porte des cornes, Eur. Bacch. 691.
Étym. κέρας, φέρω.
κεροφόρος, = κερασφόρος, βόες, Eur. Bacch. 690.
κεροφόρος
κερο-φόρος, ον
φέρω
- = κερασφόρος, horned, Eur.