κερτόμησις
κερτόμησις, jeering, mockery
κερτόμ-ησις, εως, ἡ,
- jeering, mockery, S. Ph. 1236.
κερτόμησις, εως (ἡ) action d’injurier, injure, Soph. Ph. 1236.
Étym. κερτομέω.
κερτόμησις, ἡ, das Verspotten, Höhnen, Lästern, εἰ κερτόμησίς ἐστι τἀληθῆ λέγειν Soph. Phil. 1220.
κερτόμησις
from κερτομέω
κερτόμησις, εως
- jeering, mockery, Soph.