κερτόμιος
κερτόμιος, heart-cutting, stinging, reproachful
κερτόμιος ( κερτόμεος EM 102.46), ον,
- mocking, taunting, κερτομίοις ἐπέεσσιν πειρηθῆναι Od. 24.240; Δία Κρονίδην ἐρεθίζειν Il. 5.419; simply κερτομίοισι Δία προσηύδα 1.539, cf. Od. 9.474; κ. ὀργαῖς S. Ant. 956 (lyr.); ἐν κ. γλώσσαις ib. 962 (lyr.). (Perh. for (ς) κερ-στομος, cf. σκέραφος, κέραφος.)
κερτόμιος, ος, ον, injurieux, outrageant, Soph. Ant. 956, 962 ; κερτομίοις ἐπέεσσιν ἐρεθίζειν, Il. 5, 419, exciter par des paroles injurieuses ; κερτομίοις ἐπέεσσι πειρηθῆναι, Od. 24, 240, éprouver par des paroles injurieuses, ou simpl. κερτομίοισι προσαυδᾶν, Il. 1, 539, adresser des paroles de reproche.
Étym. κέρτομος.
κερτόμιος, ον, neckend, spottend, = κέρτομος ; κερτομίοις ἐπέεσσιν πειρηθῆναι Od. 24.239, κερτομίοις ἐπέεσσιν Δία ἐρέθιζον Il. 5.419 ; ohne ἔπος, κερτομίοισι Δία προσηύδα 1.539, vgl. Od. 20.177 ; κερτομίοις γλώσσαις, ὀργαῖς, Soph. Ant. 946, 951.
κερτόμιος
[perh. fr. κερ-, κείρω.]
Mocking, teasing, making fun or game of a person: ἐπέεσσιν Il. 4.6, Il. 5.419: Od. 24.240.
Absol. in neut. pl., mocking, taunting or abusive speech: κύκλωπα προσηύδων κερτομίοισιν Od. 9.474. Cf. Od. 20.177.
Reproachful speech Il. 1.539.
κερτόμιος (cf. κείρω): taunting, cutting, ἔπτα, Il. 4.6; also as subst., κερτόμια (=κερτομίαι), Il. 1.539, Od. 9.474.
κερτόμιος
κέρτομος, ον
κέαρ, τέμνω
- Iheart-cutting, stinging, reproachful, Od.; Δία κερτομίοις ἐπέεσσι Hom.; also, κερτομίοισι (without ἐπέεσσι) Hom.; κέρτομα βάζειν Hes.; χοροὶ κέρτομοι abusive, Hdt.
- IImocking, delusive, κέρτομος χαρά Eur.