About Report a problem

Menu

κερτόμιος

κερτόμιος, heart-cutting, stinging, reproachful

κερτόμιος ( κερτόμεος EM 102.46), ον,
  • mocking, taunting, κερτομίοις ἐπέεσσιν πειρηθῆναι Od. 24.240; Δία Κρονίδην ἐρεθίζειν Il. 5.419; simply κερτομίοισι Δία προσηύδα 1.539, cf. Od. 9.474; κ. ὀργαῖς S. Ant. 956 (lyr.); ἐν κ. γλώσσαις ib. 962 (lyr.). (Perh. for (ς) κερ-στομος, cf. σκέραφος, κέραφος.)

Saved

Recent