κισσήρης
κισσήρης, ivy-clad
κισσ-ήρης, ες, (ἀραρίσκω)
- = foreg., ὄχθαι S. Ant. 1132 (lyr.).
κισσ·ήρης, ης, ες, couvert de lierre, Soph. Ant. 1132.
Étym. κισσός, *ἄρω.
κισσήρης, ες, mit Epheu bedeckt ; ὄχθαι Soph. Ant. 1119, Schol. κισσοφόροι.
κισσήρης
κισσ-ήρης, ες
κισσός, *ἄρω
- ivy-clad, Soph.