Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κίσσηλις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κίσαμος
κισηρίζω
κισήριον
κίσηρις
κισηροειδής
κισηροειδῶς
κισηρόομαι
κισηρόω
κισηρώδης
κίσθαρος
Κισθήνη
κίσθος
κίσιρνις
κισσ
κίσσα
Κίσσα
κισσαβίζω
κισσαία
Κισσαίθα
κισσάλης
κισσάμπελος
κισσάνθεμον
κίσσαρος
κισσάω
κισσεοχαίτης
κισσεύς
Κισσεύς
κισσήεις
Κισσηϊάς
Κισσηΐς
κίσσηλις
κισσηρεφής
κισσήρης
κισσηρίζω
κίσσηρις
κισσηροειδής
κισσηρόω
κισσηρώδης
Κισσῆς
κίσσησις
κισσητός
κισσηφερής
Κισσία
Κισσίδας
κισσινοβαφής
κίσσινον
κίσσινος
Κίσσινος
κισσίον
Κίσσιος
κισσόβρυος
κισσοδαής
κισσοδέτας
κισσόδετος
κισσοειδής
Κισσόεσσα
κισσοκόμης
κισσοκόρυμβος
κισσόπλεκτος
κισσόπληκτος
κισσοποίητος
…
κίσσηλις
Save
Bailly 2024
κίσσηλις,
εως
(
ἡ
)
c.
κίσσηρις,
Luc.
J. voc.
4
.
Étym.
v.
κίσηρις
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}